[ ] Delos
1    [Διον]ύσιος
[patronym.] Ἀθηναῖο-
[ς ὑπὲρ] Διονυσίου
[τοῦ κ]αθηγητοῦ
5 [καὶ τ]ῶν συνσχ-
[ολα]στῶν,
[Ἑ]ρμεῖ.
Search Help