[ ] Delos — beg. 2nd c. BC
1 οἱ συ̣νβαλόμε̣[νοι εἰς τὸν βω]μὸν
κατὰ τὸ π[ρόσταγ]μ̣α
    τοῦ̣ [θεοῦ].
Search Help