[ ] Lyd. — Uşak Mus., fr. Lydia / Phrygia — 194/195 AD — EA 15 (1990) 83, 34
1 ἔτ(ους) σοθʹ, μη(νὸς) Αὐδναίου διʹ·
Δέσκυλον Δεσκύλου
ἐτίμησεν ἡ συνεργασί-
α τῶν λινοργῶν {²⁶λινουργῶν}²⁶
5       ζή(σαντα) ἔτ(η) ξʹ.
Search Help