[ ] Lyd., N.E. — Ioulia Gordos (Gördes)
1       τὸν πατρί-
     δος ἰητῆρα
    σοφὸν Βάκχου
[τε ἀγα]θὸν ἱεροφάν-
5 [την ․․φ]ρονα Φοίβη
[τείμ]ησεν τύνβῳ
[— — —]σ̣αμένη φιλίης.
     χαῖρε.
Search Help