[ ] Elis — Olympia — 1st c. BC
1 [Μ]ενέδημος Μενεδήμου Μενέδημον [Πρώτου]
τ̣ὸμ πατέρα θεοκολήσαντα,
νικάσαντα δὲ [Ὀ]λ[ύμπι]α συ[νωρίδι]
[— — — — —, Διὶ Ὀλυμπίῳ].
Search Help