[ ] Kos Isl. — Kos — early 3rd c. BC
1 [– ⏑ ⏑], ἣ πάντων κατέχει γένος, ἦλθε πρὸς [ἡμ]ᾶς, / ὥστε λιπόντα πάτραν Δο̣λ[ίχην Μ]ερόπων ἐνὶ νάσωι /
[υἱὸν Σιμ]άργου τόνδε Θέωνα θανεῖν. / τῆς δὲ ἀρετῆς Ἀσία μέτοχος καὶ ὅσοι σ[υνόδ]ο̣ισιν /
[τέχνης] ἡμετέρης πεῖραν ἔχουσι βροτοί.
Search Help