[ ] Lyd., N.E. — Ioulia Gordos (Gördes) — 146/7 AD
1 ἔτους σλαʹ, μη(νὸς) Αὐδνάου.
1a {²calathus}² {²corona}² {²speculum}²
2 ἐτείμησεν Ἐπαφρόδ-
ειτος {τος} Ἀγάθην τὴν {τὴν}
ἑαυτοῦ σύμβιον, Ἀριάδνη, Ἐ-
5 παφρόδειτος, Ἀγαθήμερος
τὴν μητέρα.
        χαῖρε.
Search Help
Contact Us