[ ] Lakonike — Sparta — late 2nd c. AD
1 προσδεξαμένου τὸ ἀνάλ[ωμα]
    τοῦ πατρός. ❦
         vacat
3 Αὐρ(ήλιος) Νεικηφόρος̣ Ͻ ἐποίει.
Search Help
Contact Us