[φι]λ̣όσοφο[ν]
[Θεμι]σκύρει[οι]
[τὸν] εὐ̣ερ̣γ̣έ̣[την]
Μεγάλεις Ἀ̣ρτ̣ι̣μιδόρυ
Θεμίσκυ [— — —]-
Ο κ̣αὶ θέμιας μεγάλας
Θέμισκος [Λυ]-
σίου Φιλοπά-